Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2018

ΤΙΝΑΖΕΙ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ ΤΟ ΒΡΕΤΑΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ TO BREXIT


Όταν ανέβηκε στην πρωθυπουργία η Τερέζα Μέι θεωρήθηκε η καλύτερη επιλογή για την πολιτική διαχείριση μιας επιλογής που είχε διαιρέσει όχι μόνο τη βρετανική κοινωνία αλλά και τις ίδιες τις βρετανικές ελίτ.

Παρότι δεν είχε τοποθετηθεί υπέρ της εξόδου, δεσμεύτηκε εξαρχής ότι θα την κάνει πράξη και θα σεβαστεί τη δημοκρατική ετυμηγορία, δείχνοντας ότι έτσι θα μπορούσε να ενώσει το κόμμα της. 

Ενώ την ίδια στιγμή επέλεξε να αρθρώσει έναν πολιτικό λόγο που προσπαθούσε να συναρθρώσει τον φιλελευθερισμό με μια συντηρητική εκδοχή κοινωνικής αλληλεγγύης.

Όμως, τα πράγματα αποδείχτηκαν αρκετά πιο δύσκολα. Καταρχάς βρέθηκε να έχει έναν ισχυρό αντίπαλο στο πρόσωπο του Τζέρεμι Κόρμπιν.  Ο ηγέτης των Εργατικών όχι μόνο απεγκλώβισε το κόμμα του από τον κίνδυνο να μείνει για πάντα ένα κόμμα του Remain.

Αλλά έδειξε ότι ο συνδυασμός αριστερής στροφής και ηθικής ακεραιότητας που αποπνέει μπορούσε να διευρύνει την εκλογική επιρροή, αντιστρέφοντας μια τάση δεκαετιών που ήθελε το δρόμο για την εξουσία για τους Εργατικούς να περνά μέσα από δεξιές στροφές.

Έπειτα φάνηκε ότι προετοιμασία για το ίδιο το Brexit σε μεγάλο βαθμό δεν υπήρχε, ενώ οι διαφορετικές προτεραιότητες και προσεγγίσεις αυτό που σχηματικά κωδικοποιήθηκε ως το δίλημμα «σκληρό» ή «μαλακό» Brexit που υπήρχαν μέσα στο ίδιο το κόμμα της, δεν διευκόλυναν τα πράγματα, ιδίως από τη στιγμή που οι Βρυξέλλες ήταν αποφασισμένες να στείλουν το μήνυμα ότι έξοδος χωρίς κόστος δεν υπάρχει.

Την ίδια στιγμή διαρκώς αναδεικνύονταν οι σημαντικές αποκλίσεις ως προς την αντιμετώπιση. Παρότι το Brexit υποστηρίχτηκε κυρίως από πολιτικούς και επιχειρηματίες ενός ευρύτερου συντηρητικού χώρου, που έδωσαν ιδιαίτερη σημασία. 

Στον αναπροσανατολισμό των βρετανικών οικονομικών σχέσεων αλλά και τον περιορισμό της μετανάστευσης, την εκλογική διαφορά έκανε μια ψήφος λαϊκών στρωμάτων που κυρίως αποτύπωσε ένα αίσθημα κοινωνικής δυσαρέσκειας για τις επιπτώσεις από τη μακρόχρονη εφαρμογή νεοφιλελεύθερων πολιτικών στο όνομα της «παγκοσμιοποίησης».

Από την άλλη, σημαντικό τμήμα των οικονομικών ελίτ έκανε σαφές ότι δεν επιθυμούσε ούτε την αποκοπή από τις οικονομικές διεργασίες στον ευρωπαϊκό χώρο και την Ενιαία Αγορά, ούτε την ανακοπή των ροών εισόδου εργαζομένων, ιδίως υψηλών προσόντων.

Ήταν η προσπάθεια συγκερασμού των διαφορετικών προτεραιοτήτων που οδήγησε στο τελικό σχέδιο για τους όρους της σχέσης της Βρετανίας με την ΕΕ μετά το Brexit, σχέδιο που πυροδότησε και την τρέχουσα κυβερνητική κρίση.

Το σχέδιο αυτό περιλαμβάνει ουσιαστικά τη διαμόρφωση μιας ελεύθερης ζώνης εμπορίου ανάμεσα στη Βρετανία και την ΕΕ, την αποφυγή ύψωσης τελωνειακών φραγμών, τη διατήρηση και ενσωμάτωση κοινών κανόνων για τους όρους εμπορίου, την αποδοχή της σημασίας των αποφάσεων του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων (όχι όμως και της δικαιοδοσίας του). 

Τη διατήρηση περίπου της ίδιας κατάστασης στο σύνορο ανάμεσα στη Βόρεια Ιρλανδία και τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας, παράλληλα με τη σαφή έξοδο από την Κοινή Αγροτική Πολιτική και διατήρηση ενός βαθμού κινητικότητας για σπουδές και εργασία ανάμεσα στη Βρετανία και την ΕΕ που, όμως, κατά τη Βρετανική κυβέρνηση δεν σημαίνει «ελεύθερη κίνηση».

Ωστόσο αυτό το σχέδιο θεωρήθηκε από τους οπαδούς του «σκληρού» Brexit ανεπίτρεπτη υποχώρηση και μετατόπιση προς την άποψη του λεγόμενου «μαλακού» Brexit που υποτίθεται ότι είχε ρητά απορριφθεί.

Για την ακρίβεια το περιγράφουν ως την «χειρότερη εκδοχή συμφωνίας», εφόσον ούτε τη ρήξη θα ολοκληρώσει ούτε θα απαλλάξει τη Βρετανία από την ακριβό λογαριασμό που θέλουν να επιβάλουν οι Βρυξέλλες. 

Κατηγορούν μάλιστα τη βρετανίδα πρωθυπουργό  ότι κάνει τόσο μεγάλες υποχωρήσεις σε μια συμφωνία που μπορεί παρ’ όλα αυτά να μην γίνει αποδεκτή από την ΕΕ.

Πράγμα που θα μπορούσε να οδηγήσει στην εκδοχή της εξόδου άνευ συμφωνίας, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι ούτε για αυτό το ενδεχόμενο έχει προετοιμαστεί η Μέι.

Αυτό πυροδότησε μια ιδιότυπη εξέγερση της πτέρυγας του Συντηρητικού κόμματος που ήταν εξαρχής υπέρ της ρήξης με το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, μια πτέρυγα που κατεξοχήν υποστήριζε ότι έξοδος από την ΕΕ θα αποτελούσε και δυνατότητα επιστροφής των Συντηρητικών στις πολιτικές και ιδεολογικές ρίζες τους.

Αυτό το κλίμα μπορεί να εξηγήσει πώς μέσα σε τόσο σύντομο διάστημα είχαμε τη διπλή παραίτηση όχι μόνο του Ντέιβιντ Ντέιβις, που ήταν ο αρμόδιος για το Brexit υπουργός αλλά και του ίδιου του υπουργού Εξωτερικών Μπόρις Τζόνσον.

Από την άλλη παραμένει ανοιχτό το ερώτημα πώς θα εκφραστούν αυτές οι συγκρούσεις όταν έρθει η συμφωνία στη Βουλή των Κοινοτήτων προς έγκριση. 

Παρότι έχει υποστηριχτεί η δυνατότητα ενός «συνασπισμού του χάους» που θα συσπείρωνε, από διαφορετικές αφετηρίες αλλά κοινό στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης, τους Συντηρητικούς επικριτές της Μέι, τους Εργατικούς και τους Σκωτσέζους εθνικιστές. 

Εντούτοις υπάρχει και το ενδεχόμενο η συμφωνία να περάσει από μια σύγκλιση γύρω από το «μαλακό» Brexit των Εργατικών και της πτέρυγας των Συντηρητικών που ήταν  με το Remain.

Βεβαίως όλα αυτά καθορίζονται και από τα ανοιχτά ερωτήματα ως προς την ηγεσία των Συντηρητικών. Η Μέι έχει αμφισβητηθεί ποικιλοτρόπως όλο το προηγούμενο διάστημα και δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν ότι οι Συντηρητικοί χρειάζονται νέα ηγεσία και η Βρετανία νέο ένοικο στη Downing Street.

Μόνο που η μεθοδολογία για μια τέτοια δεν είναι δεδομένη. Παρότι οι υποστηρικτές του «σκληρού» Brexit έχουν μάλλον τις απαραίτητες ψήφους (48) για να ενεργοποιήσουν μια διαδικασία αμφισβήτησης της ηγεσίας. 

Δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι μπορούν και να κερδίσουν μια τέτοια ψηφοφορία. Αυτό με τη σειρά τους μπορεί να τους σπρώξει σε άλλες πρακτικές υπονόμευσης της ηγεσίας και όχι σε μια ευθεία αμφισβήτηση.

Από τη μεριά της η βρετανίδα πρωθυπουργός δείχνει αποφασισμένη να επιμείνει και στο σχέδιο συμφωνίας που επεξεργάστηκε και στην ανοιχτή σύγκρουση με όσους την αμφισβητούν.

Αυτό εξηγεί και ορισμένες τακτικές επιλογές της. Η επιλογή του Τζέρεμι Χαντ ως αντικαταστάτη του Μπόρις Τζόνσον, δεν έγινε μόνο με κριτήρια την ικανότητά του να διαχειριστεί το χαρτοφυλάκιό του.

Ο μέχρι τώρα υπουργός Υγείας, οπαδός του Remain αρχικά αλλά τώρα «αναγεννημένος οπαδός του Brexit» και εκ των βασικών διεκδικητών της ηγεσίας όταν έρθει η ώρα,  μπορεί να παίρνει ένα φαινομενικά αναβαθμισμένο υπουργείο. 

Αλλά χάνοντας την εποπτεία του Εθνικού Συστήματος Υγείας χάνει και μια μεγάλη δυνατότητα να προσφέρει χείρα βοήθειας (και να εξασφαλίζει ευγνωμοσύνη σε μια μελλοντική διεκδίκηση της ηγεσίας) σε συναδέλφους του βουλευτές (η κατάσταση του συστήματος υγείας αποτελεί κατεξοχήν θέμα που απασχολεί τους ψηφοφόρους).

Σε κάθε περίπτωση, όλα αυτά δείχνουν ότι δύο χρόνια μετά το δημοψήφισμα το Βρετανικό πολιτικό σύστημα εξακολουθεί να ταράζεται από τους κραδασμούς μιας επιλογής που συνεχίζει να παράγει διαιρέσεις και αντιπαραθέσεις, ακριβώς αποτέλεσε τη σύγκλιση διαφορετικών και συχνά αντιφατικών δυναμικών.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου